Οι βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής μέσα από την ανοσολογία και την επιγενετική

 

Εισαγωγή

Ποιές είναι οι νεώτερες εξελίξεις της συμβατικής ιατρικής; Που οδηγούν; Σήμερα η ανοσολογία και η επιγενετική επιβεβαιώνουν την ομοιοπαθητική; Μία προσεχτική μελέτη των νεώτερων δεδομένων φανερώνει την άμεση συσχέτιση που υπάρχει με τις αρχές της ομοιοπαθητικής. Αρχές που διατυπώθηκαν το 1800 αναδιατυπώνονται σήμερα με νέους ιατρικούς όρους, χωρίς να παύουν ωστόσο να εκφράζουν τους ίδιους μηχανισμούς λειτουργίας και εξισσορόπησης του οργανισμού. Ο ανθρώπινος οργανισμός από την εποχή του Ιπποκράτη μέχρι την εποχή του Hahnemann μέχρι την εποχή της ανοσολογίας και της επιγενετικής διέπεται από τους ίδιους νόμους. Ποιές είναι, λοιπόν, οι βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής και πως αναδιατυπώνονται από την ανοσολογία και την επιγενετική; Ποιά είναι η σύγχρονη ιατρική ορολογία που τις εκφράζει; Οι βασικές αρχές της Ομοιοπαθητικής είναι ο νόμος των ομοίων, η αρχή της εξατομίκευσης της θεραπευτικής αγωγής και η αρχή της ελαχίστου δόσεως.

Ο νόμος των ομοίων

Σύμφωνα με τον νόμο των ομοίων, το φάρμακο που έχει την ιδιότητα να προκαλεί σε έναν υγιή ευαίσθητο οργανισμό μια συμπτωματολογία, έχει και την ιδιότητα να θεραπεύει αυτήν την όμοια συμπτωματολογία σε έναν ασθενή.

Ο νόμος των ομοίων από τον Ιπποκράτη μέχρι και τον Hahnemann

Πολλοί ιατροί πριν από τον Hahnemann αναγνώρισαν ότι ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί με βάση τον νόμο των ομοίων, π.χ. Hippocrates of Cos (460-370 BC), Thomas Sydenham (1624-1689), Georg Ernst Stah (1660-1734), John  Hunter (1728-1793), Anton von Stφrck (1731-1803, Benjamin Bell (1749-1806).1, 2, 3

Ο Ιπποκράτης στο έργο του “Περί τόπων των κατ΄άνθρωπoν” αναφέρει: “Δια τα όμοια νόσος γίνεται και δια τα όμοια προσφερόμενα εκ νοσευόντων υγιαίνονται”.4 Ο Ιπποκράτης συνιστούσε οι θεραπεύσιμες ασθένειες να θεραπεύονται με βάση τον νόμο των ομοίων , «όμοια ομοίοις ιώνται». Ενώ, για τις ανίατες νόσους συνιστούσε να εφαρμόζεται ο κανόνας των εναντίων, «ενάντια εναντίοις ιώνται», ως μια κατασταλτική αγωγή, απλά για την προσωρινή ανακούφιση του ασθενούς. Τέλος, σύστηνε τη χειρουργική αντιμετώπιση για τις περιπτώσεις που ο γιατρός έκρινε σκόπιμο.

Ο Γερμανός ιατρός, χημικός και φιλόσοφος Georg Ernst Stahl (1660-1734), καθηγητής της θεωρίας της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πρωσίας στο Halle αναφέρει:

“Ο κανόνας που έχει ενστερνιστεί η ιατρική για τη θεραπεία των ασθενειών με φάρμακα που έχουν δράση αντίθετη με αυτήν της νόσου (contraria contrariis) είναι εντελώς ψευδής και παράλογος.

Είμαι πεπεισμένος για το αντίθετο, ότι η νόσος θεραπεύεται με φάρμακα που προκαλλούν μια ανάλογη συμπτωματολογία (Similia Similibus) – τα εγκαύματα θεραπεύονται κρατώντας τα έμπροσθεν του πυρός – τα κρυοπαγήματα εφαρμόζοντας χιόνι ή κρύο νερό.” 5

Ο Αυστριακός ιατρός Anton von Störck (1731-1803), καθηγητής της ιατρικής σχολής και πρύτανης του Πανεπιστημίου της Βιέννης, γνωστός για την κλινική έρευνά του πάνω στην τοξικότητα και τις φαρμακευτικές ιδιότητες των βοτάνων, του οποίου οι μελέτες θεωρούνται ως το πρωτοπόρο έργο της πειραματικής φαρμακολογίας, καταγράφει:

“Συμβουλεύτηκα αρχαίους και σύγχρονους συγγραφείς. Όλοι αυτοί ομόφωνα γράφουν ότι «Το Στραμώνιο διαταράσει τη σκέψη και τη μνήμη και προκαλεί παραφροσύνη και σπασμούς…» που με αποτρέπει από την χρήση του. Ωστόσο, μου δημιουργείται το ακόλουθο ερώτημα: Εάν το Στραμώνιο προκαλεί παραφροσύνη σε υγιή άτομα, αποδιοργανώνοντας τη σκέψη, γιατί να μην δοκιμάσουμε, εάν μπορεί να φέρει τους παράφρονες στην λογική (διαταράσοντας και αλλάζοντας τη σκέψη και την κοινή λογική) και με αντίθετη κίνηση να αφαιρέσει τους σπασμούς από αυτούς που έχουν σπασμούς;” 3, 6, 7,

Ο Benjamin Bell (1749-1806) θεωρείται ως ο πρώτος Σκωτσέζος επιστήμονας χειρουργός, ιδρυτής της χειρουργικής σχολής του Εδιμβούργου, ο πρώτος που υποστήριξε ότι η σύφιλη και η γονόρροια είναι διαφορετικές ασθένειες, μια υπόθεση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την επικρατούσα ιατρική μέχρι πολλές δεκαετίες αργότερα. Είχε εκδώσει πολλά σημαντικά ιατρικά βιβλία, με κυριότερο βιβλίο του το “A System of Surgery” που έγινε μπεστ σέλερ σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Σε αυτό το βιβλίο του, μιλώντας για τα εγκαύματα, αναφέρει:

“…ένας σημαντικός βαθμός ανακούφισης μπορεί να επιτευχθεί  βυθίζοντας το τραυματισμένο μέρος ξαφνικά σε βραστό νερό ή οποιοδήποτε άλλο υγρό με ίσο βαθμό θερμοκρασίας…Μια από τις καλύτερες εφαρμογές για κάθε έγκαυμα αυτού του είδους είναι ισχυρό κονιάκ ή οποιαδήποτε άλλο φλογερό οινοπνευματώδες ποτό: αυτό φαίνεται να προκαλεί ένα στιγμιαία πρόσθετο πόνο, αλλά αυτός υποχωρεί σύντομα, και αφήνει μία ευχάριστη κατευναστική αίσθηση.” 8

Ωστόσο, ήταν ο ιδρυτής της ομοιοπαθητικής Friedrich Samuel Hahnemann (1755-1843) αυτός που διατύπωσε με σαφήνεια τον νόμο των ομοίων και κατέληξε στην γενική θεραπευτική αρχή:

“… προκειμένου να θεραπεύσετε ριζικά … θα πρέπει να ψάξετε για τα φάρμακα που μπορούν να διεγείρουν μια παρόμοια ασθένεια (όσο πιό όμοια τόσο το καλύτερο) στο ανθρώπινο σώμα …” 9

Ο Hahnemann μέχρι την ηλικία των είκοσι γνώριζε τέλεια Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Λατινικά και Ελληνικά και είχε δουλέψει ως μεταφραστής και δάσκαλος ξένων γλωσσών. Στη συνέχεια έμαθε και Αραβικά, Συριακά, Χαλδαϊκά και Εβραϊκά. Αποφοίτησε από την ιατρική με ειδική τιμητική διάκριση το 1779 και ξεκίνησε να εξασκεί την ιατρική το 1780. 10, 11, 12 Ο Christoph Hufeland (1762-1836), αναγνωρισμένος ως ο πιό σημαντικός κλινικός ιατρός του δέκατου όγδοου αιώνα13, περιέγραψε τον Hahnemann ως έναν από τους πιο διακεκριμένους Γερμανούς ιατρούς με ώριμη σκέψη και εμπειρία. Μία ποιοτική δημοσκόπηση τις χρονιές 1784-89 κατατάσσει τον Hahnemann ανάμεσα στους δεκαπέντε πρώτους Γερμανούς χημικούς.14

Η εφαρμογή του νόμου των ομοίων στην Αλλεργιολογία

Έχει σήμερα αναγνωριστεί ο νόμος των ομοίων από τη συμβατική ιατρική; Υπάρχει κάποιος τομέας που τον χρησιμοποιεί ως θεραπευτική αρχή;

Η αλλεργιολογία σήμερα αναγνωρίζει ότι η ειδική για το αλλεργιογόνο ανοσοθεραπεία ή απευαισθητοποίηση, η ελεγχόμενη δηλαδή χορήγηση εκχυλίσματος του υπεύθυνου για τη νόσο αλλεργιογόνου, παρεμβαίνει στο ανοσιακό σύστημα και επιδιώκει την εγκατάσταση “ανοχής” έναντι του συγκεκριμένου αιτίου, έτσι ώστε να αποτραπεί ή να μειωθεί η έκλυση συμπτωμάτων κατά τη μελλοντική φυσική έκθεση του ασθενούς.

Όταν το ομοιοπαθητικό φάρμακο προκαλέσει επιπρόσθετα στον ασθενή μία τεχνητή νοσηρή κατάσταση όμοια με εκείνη του ασθενούς, τότε προκαλεί ανοσοδιέγερση και εγκατάσταση ανοσιακής ανοχής. Το ανοσοποιητικό σύστημα ανέχεται πλέον το παθογόνο ερέθισμα (είτε είναι ιός, είτε αλλεργιογόνο, είτε κάποιο στρες). Το όμοιο φάρμακο απευαισθητοποιεί τον οργανισμό από την ευαισθησία-προδιάθεση που έχει για να αναπτύξει μία συγκεκριμένη συμπτωματολογία.

Τι εννοούμε, όμως, με τον όρο ευαισθησία-προδιάθεση; Δεν είμαστε όλοι ίδιοι; Γιατί κάποιοι οργανισμοί παρουσιάζουν ευαισθησία και αλλεργική αντίδραση σε μία ουσία και κάποιοι όχι; Γιατί κάποιοι αρρωσταίνουν από έναν ιό και κάποιοι όχι; Μήπως δεν έχουμε όλοι το ίδιο επίπεδο υγείας; Γιατί τότε να θεραπευόμαστε όλοι με το ίδιο φάρμακο στην ίδια δόση;

Η αρχή της εξατομίκευσης της θεραπευτικής αγωγής

Ο Hahnemann αναγνώρισε ότι πέρα από την τάση που έχει το φάρμακο να προκαλεί μια συγκεκριμένη αντίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό, μια συγκεκριμένη παθογένεια, ο κάθε  οργανισμός έχει την τάση, την γενετική προδιάθεση να εμφανίζει μια συγκεκριμένη συμπτωματολογία.

Ο Hahnemann από το 1800 τονίζει: “Δεν υπάρχει ασθένεια, αλλά ασθενείς. Δεν υπάρχει μία σύφιλη, αλλά πολλά είδη σύφιλης.” 3

Η Αλλεργιολογία σήμερα αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει γενικά αλλεργία, αλλά πολλά είδη αλλεργίας, που ανοσοθεραπεύονται με το ειδικό αλλεργιογόνο ανάλογα με την ευαισθησία-γενετική προδιάθεση του κάθε ασθενή.

Ο Hahnemann γράφει:

“Τα νοσογόνα ερεθίσματα στα οποία εκτιθέμεθα και που εν μέρει είναι ψυχολογικά, εν μέρει φυσικά, δεν εμπεριέχουν αναγκαστικά νοσηρό δυναμικό για αποσταθεροποίηση της υγείας. Προκαλούν ασθένειες μόνο όταν ο οργανισμός φέρει σαφή προδιάθεση και όταν είναι ευάλωτος, προξενώντας με τον τρόπο αυτό απορρύθμιση και της υγείας και των αισθήσεων και των λειτουργιών.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι τα παραπάνω ερεθίσματα δεν επιφέρουν πάντοτε και σε κάθε περίπτωση την ασθένεια.” 3

Ο κάθε οργανισμός εμφανίζει συγκεκριμένες ευαισθησίες, γενετικές προδιαθέσεις. Ένα άτομο μπορεί να έχει την προδιάθεση να αντιδράσει με συμπτώματα από το ουροποιητικό, ή το αναπνευστικό σύστημα, ή το δέρμα κτλ.

Μπορεί ο άνθρωπος να γεννιέται προγραμματισμένος για να προσβληθεί από τις ασθένειες που μπορεί να εμφανίσει; Αυτό ακριβώς είναι το θέμα της επιγενετικής. Επιγενετική είναι η μελέτη των αναστρέψιμων κληρονομήσιμων αλλαγών στη λειτουργία των γονιδίων, που εμφανίζονται χωρίς κάποια αλλαγή στην αλληλουχία του πυρηνικού DNA. Είναι η διαδικασία της επίδρασης στη δράση ενός γονίδιου χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA του γονιδίου.15 Οι επιγενετικοί μηχανισμοί επιλεκτικά πυροδοτούν γονίδια σε διαφορετικούς ιστούς σε απάντηση στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα.16

Γεννιόμαστε με την προδιάθεση να αναπτύξουμε συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις, ωστόσο το εάν αυτή η προδιάθεση θα εκφραστεί η όχι στη ζωή μας εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή μας με το περιβάλλον. Γεννιόμαστε με συγκεκριμένες ευαισθησίες σε συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες, οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν με τον οργανισμό μας και να προκαλέσουν αλλαγές στην κατάσταση υγείας μας.

Η Περιβαλλοντική Επιγενετική είναι ένας αναπτυσσόμενος τομέας, που μελετάει το πώς οι περιβαλλοντικές τοξικές ουσίες επιδρούν δυσμενώς στην ανθρώπινη υγεία. Οι επιγενετικοί μηχανισμοί έχουν συσχετιστεί με έκθεση σε περιβαλλοντικούς ρύπους. Η έκθεση σε τοξικά μέταλλα, συμπεριλαμβανομένων του αρσενικού, μολύβδου και μεθυλο-υδραργύρου, έχει συνδεθεί με παρεκκλίνουσες αλλαγές στη θεμελίωση του DNA και τροποποιήσεις της ιστόνης. Υπάρχουν μελέτες που έχουν συσχετίσει τους ίδιους ή παρόμοιους επιγενετικούς δείκτες με νοσήματα που έχουν αιτιολογικώς συνδεθεί με τις ίδιες περιβαλλοντικές εκθέσεις. Είναι πιθανό οι αλλαγές στο επιγονιδίωμα να θέτουν τα εκτεθειμένα άτομα επιρρεπή στην ανάπτυξη ενός νοσήματος. Σύμφωνα με την επιστήμη της επιγενετικής, οι επιγενετικές επιδράσεις μπορεί να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό κινδύνων που μεταφέρονται από γενεά σε γενεά όπως επίσης και στην εμβρυϊκή προέλευση των νοσημάτων.

Αυτές, λοιπόν, οι επιγενετικές επιδράσεις, οι κίνδυνοι που μεταφέρονται από γενεά σε γενεά είναι στην ουσία τα μιάσματα, οι γενετικές προδιαθέσεις τις οποίες αναγνώρισε και μελέτησε ο Hahnemann. Ο Hahnemann δημιούργησε ένα θεραπευτικό σύστημα βασισμένο στην ανίχνευση των γενετικών προδιαθέσεων του κάθε οργανισμού, που παρέχει εξατομικευμένη αγωγή με στόχο την εξάλειψη αυτών των προδιαθέσεων.

O Γ.Βυθούλκας εξηγεί:

“Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για να δημιουργήσει μία γενετική προδιάθεση ένας μολυσματικός παράγοντας (ιός, βακτήρια κλπ) ή ένας στρεσογόνος παράγοντας -όπως η έκθεση σε δηλητηριώδεις ουσίες;

Η επίθεση κατά του οργανισμού πρέπει να είναι τόσο ισχυρή ώστε να είναι αδύνατον να την καταπολεμήσει. Τότε την “αποθηκεύει” με τη μορφή ενός τραύματος σε κάποιο μέρος του οργανισμού (σε ένα όργανο ή σύστημα). Αυτό, το συγκεκριμένο τραύμα περνάει από γενιά σε γενιά με μία συγκεκριμένη μορφή συμπτωμάτων, ένα σύνδρομο.

Μία τέτοια διαταραχή-γενετική προδιάθεση θα μπορούσε να αφανιστεί παρέχοντας στον οργανισμό την αρχική ουσία που δημιούργησε το πρόβλημα αραιωμένη και σε υψηλή ισχύ.”17

Ο Hahnemann αρχικά μελετούσε επιμελώς την τοξικολογία και χρησιμοποιούσε τοξικολογικά συμπτώματα ως συμπτώματα της παθογένειας των φαρμάκων. Με αυτόν τον τρόπο μάθαινε για την παθογένεια της κάθε ουσίας. Η τοξικολογία αποτελεί την αρχή της φαρμακολογίας και για την κλασσική ιατρική αλλά και για την ομοιοπαθητική.

Η φαρμακολογία σήμερα αναγνωρίζει ότι οι ενέργειες των φαρμάκων διακρίνονται σε δύο τύπους. Στις προβλέψιμες αντιδράσεις, ας τις ονομάσουμε μη ειδικές, που μπορούν να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε άρρωστο και στις απρόβλεπτες, ασυνήθεις αντιδράσεις, ας τις ονομάσουμε ειδικές, που προσβάλλουν μόνο ιδιαίτερα ευπρόσβλητους αρρώστους (γενετικά προδιαθετημένους). Μεταξύ των απρόβλεπτων ειδικών φαρμακευτικών αντιδράσεων, οι αλλεργικές αντιδράσεις κατέχουν σημαντικό ρόλο. Οι αλλεργικές φαρμακευτικές αντιδράσεις οφείλονται στην ενεργοποίηση ανοσολογικών μηχανισμών και χαρακτηρίζονται από τα παρακάτω:

  • Παρατηρούνται σε λίγα μόνο άτομα, από αυτά που θα λάβουν το φάρμακο. (Είναι εξατομικευμένες ανάλογα με τις ευαισθησίες του κάθε οργανισμού.)
  • Αναφέρεται προηγούμενη έκθεση στο συγκεκριμένο φάρμακο ή σε άλλο φάρμακο με χημική συγγένεια. (Προηγείται η ευαισθητοποίηση στην ουσία, η οποία μπορεί να μεταφερθεί ως γενετική προδιάθεση και στις επόμενες γενεές.)
  • Οι κλινικές εκδηλώσεις δεν έχουν σχέση με τη φαρμακολογική ή την τοξική δράση του φαρμάκου. (Πρόκειται για εξατομικευμένες αντιδράσεις που προκαλλούνται από την αλληλεπίδραση του φαρμάκου με τις γενετικές προδιαθέσεις, ευαισθησίες του κάθε οργανισμού.)
  • Οι αντιδράσεις επανεμφανίζονται, εφόσον χορηγηθεί εκ νέου, ακόμη και μικρή ποσότητα του φαρμάκου.

Η φαρμακολογία, παρόλο που έχει αναγνωρίσει και αυτόν τον ειδικό τύπο δράσης των φαρμακευτικών ουσιών χρησιμοποιεί θεραπευτικά μόνο τις προβλέψιμες τοξικολογικές δράσεις των φαρμάκων. Δεν έχει ερευνήσει την πιθανότητα χρησιμοποίησης των εξατομικευμένων επιδράσεων των φαρμάκων για θεραπευτικό σκοπό. Ο Hahnemann μελέτησε επισταμένως αυτού του είδους τις επιδράσεις και τις χρησιμοποίησε για τη δημιουργία της ομοιοπαθητικής φαρμακολογίας.

Η αρχή της ελαχίστου δόσεως

Όσο η δόση του φαρμάκου μειώνεται, μειώνεται και η τοξικολογική επίδραση του πάνω στον οργανισμό. Ωστόσο, οι πιο ευαίσθητοι οργανισμοί στο φάρμακο παρουσιάζουν συμπτώματα και σε απειροελάχιστες δόσεις.

Μήπως όταν έρχεται η άνοιξη αρχίζετε να φτερνίζεστε χωρίς σταματημό; Έχετε κνησμό στα μάτια; Όταν πάτε για πεζοπορία, μήπως έχετε κνησμό στα χέρια μόλις αγγίξετε τα χόρτα ή τα δένδρα; Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι αντιδράσεις αυτές είναι ανοσοαντιδράσεις και είναι γνωστές ως αλλεργίες.

Όταν λοιπόν μια μικρή ποσότητα φαρμάκου δύναται να προκαλέσει την εμφάνιση συμπτωμάτων μόνο στους πιο ευαίσθητους στο φάρμακο οργανισμούς, μήπως δύναται και να θεραπεύσει συμπτώματα; Και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Όσο μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία ενός ατόμου απέναντι σε μία ουσία, τόσο μικρότερη είναι η δόση που χρειάζεται για να προκαλέσει συμπτώματα σε αυτόν τον οργανισμό. Όταν αυτός ο οργανισμός εκφράσει την προδιάθεσή του για μια συγκεκριμένη συμπτωματολογία και ασθενήσει, τότε η χορήγηση του φαρμάκου που έχει την τάση να προκαλεί την όμοια αυτή συμπτωματολογία θα τον θεραπεύσει, ακόμα και εάν η δόση είναι πολύ μικρή, διότι σε αυτήν την περίπτωση η ευαισθησία του οργανισμού στο συγκεκριμένο φάρμακο είναι μεγάλη. Όσο μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία ενός ατόμου απέναντι σε μια ουσία, τόσο μικρότερη είναι η δόση που χρειάζεται, είτε για να προκαλέσει συμπτώματα σε αυτόν τον οργανισμό, είτε για να τα θεραπεύσει, μέσω της αρχής των ομοίων.

Συμπεράσματα

Σήμερα η ανοσολογία και η επιγενετική επιβεβαιώνουν και αναδιατυπώνουν τους ομοιοπαθητικούς νόμους με νέους ιατρικούς όρους. Συνοψίζοντας, οι βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής μέσα από την οπτική της ανοσολογίας και της επιγενετικής είναι ο νόμος των ομοίων, που αναφέρεται στην απευαισθητοποίηση και την εγκατάσταση ανοσιακής ανοχής, η αρχή της εξατομίκευσης της θεραπευτικής αγωγής, που αναφέρεται στις ιδιαίτερες γενετικές προδιαθέσεις-ευαισθησίες του κάθε ατόμου και η αρχή της ελαχίστου δόσεως, που αναφέρεται στην δράση που έχουν οι πολύ χαμηλές δόσεις ενός φαρμάκου στους οργανισμούς που είναι γενετικά προδιαθετειμένοι (με υψηλή ευαισθησία) στο φάρμακο.

Αφού, λοιπόν, έχουν αναγνωρισθεί και επιβεβαιωθεί οι ομοιοπαθητικοί νόμοι από την συμβατική ιατρική, το επόμενο βήμα που αναμένουμε είναι να χρησιμοποιηθεί αυτή η γνώση για θεραπευτικό σκοπό. Από την εποχή του Ιπποκράτη μέχρι την εποχή των νεώτερων εξελίξεων της επιγενετικής και της ανοσολογίας, οι αρχές λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού οδηγούν την ιατρική επιστήμη σε ένα θεραπευτικό σύστημα. Είναι ανάγκη να ερευνηθεί αυτός ο δρόμος. Είναι ανάγκη να καθιερωθεί ένα ιατρικό θεραπευτικό σύστημα που να σέβεται τις αρχές λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και να οδηγεί στην ίαση, η ομοιοπαθητική.

Σημαδοπούλου Τάνια

Η συγγραφή του άρθρου έγινε με βάση την αντίστοιχη ομιλία της ιατρού στο 10ο Επιστημονικό Συμπόσιο Γενικής Ιατρικής, που πραγματοποιήθηκε 24-27/9/14 στην Αθήνα στους συνεδριακούς χώρους του ξενοδοχείου Divani Caravel.

 

Βιβλιογραφία

  1. Hahnemann, S. (1805). Heilkunde der Erfahrung. Neues Journal der practischen Arzneykunde und Wundarzneykunst, xxii, 5-99.
  2. Hahnemann, S. (1816). On the treatment of burns. Allgem Anzeiger der Deutschen, 156 (In reply to Professor Dzondi’s recommendation of cold water in the same journal, No 104).
  3. Hahnemann, S., Dudgeon, R. E., & Boericke, W. (2004). Organon of Healing Art: With Word Index (6th ed.). B Jain Pub Pvt Ltd.
  4. Ιπποκράτης (460 π.Χ.- 377 π.Χ.). Περί τύπων των κατ΄άνθρωπoν. κεφ 42.
  5. Stahl, G. E. (1738). Hummelii Commentatio de Arthritide tam tartarea, quam scorbutica, seu podagra et scorbuto, viii, 40-42.
  6. Störck, A. (1762). Libellus, quo demonstratur: stramonium, hyosciamum, aconitum non solum tuto posse exhiberi usu interno hominibus, verum et ea esse remedia in multis morbis maxime salutifera. Vienna, 8-9. (Translation: A little book which shows Stramonium, Hyoscyamus and Aconite not only showing them safe for internal human use, certainly, and at the same time as medicines having great healing power in many diseases)
  7. Störck, A. (1781). in The Medical Museum (2nd ed.). London. vol. 1, 451-452.
  8. Bell, Β. (1787). A System of Surgery. Edinburgh. 5, Chapter 36, 360.
  9. Hahnemann, S. (1796). Versuch über ein neues Prinzip zur Auffindung der Heilkrafte der Arzneisubstanzen, nebst einigen Blicken auf die bisherigen. Journal der practischen Arzneykunde und Wundarzneykunst, ii, 391-439,465-561.
  • Hobhouse, R. W. (2002). Life of Christian Samuel Hahnemann (1st ed.). B Jain Pub Pvt Ltd.
  • Francois-flores, F. D. (2007). Samuel Hahnemann: His Life and Memory (1st ed.). B Jain Pub Pvt Ltd.
  • Cook, T. (1981). Samuel Hahnemann (1st ed.). HarperCollins Publishers Ltd.
  • Nutton, V., & Medicine, W. I. F. T. H. O. (1991). Essays in the history of therapeutics. Rodopi.
  • Hufbauer, K. (1982). The formation of the German chemical community, 1720-1795. University of California Press.
  • Jaenisch, R., Bird, A. (2003). Epigenetic regulation of gene expression: how the genome integrates intrinsic and environmental signals. Nature Genetics, 33, 245-54.
  • Wu, C.-t., Morris, J.R. (2001). Genes, genetics, and epigenetics: a correspondence. Science, 293, 1103-1105.
  • Vithoulkas, G. Interview by Manish Bhatia.